Untitled 1
Τα Καλαντόφωτα (Δωδεκαήμερο) στον Πόντο
25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου


Μια από τις πιο ευχάριστες περιόδους του χρόνου είναι το Δωδεκαήμερο των γιορτών από τα Χριστούγεννα έως και τα Θεοφάνεια. Υπάρχει μια μαγεία στην ατμόσφαιρα , γεγονός καθόλου τυχαίο.
Από την αρχαιότητα γιόρταζαν αυτή την περίοδο, με τις γιορτές των Ανθεστηρίων. Η λαϊκή πίστη περιγράφει δαιμόνια, μαγείες, δεισιδαιμονίες, μύθους, ευχές που πραγματοποιούνται, προλήψεις... Καλικάντζαρους! Οι Καλικάντζαροι, είναι ειδικά δαιμόνια που εμφανίζονται μόνο τα Καλαντόφωτα. Πίστευαν πάντα ότι ο Άδης είναι «ανοιχτός» αυτές τις μέρες και ότι οι ψυχές παίρνουν διάφορες μορφές.
Έτσι , λοιπόν, έπρεπε να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να κρατήσουν μακριά από κάθε σπίτι τα δαιμόνια αυτά. Ο πιο διαδομένος και... αποτελεσματικός τρόπος, σ΄ολόκληρο τον Πόντο, ήταν το καλαντοκούρ΄. Ήταν ένα χοντρό κούτσουρο που έκαιγε στο τζάκι κάθε βράδυ, ιδιαίτερα, όμως, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η φωτιά κρατά μακριά το δαιμόνιο και... ακόμα κι αν τολμήσει να πλησιάσει, το καίει! Έτσι εξηγούσαν τους περίεργους θορύβους στο τζάκι. Αν για κάποιο λόγο έσβηνε η φωτιά, το θεωρούσαν κακό σημάδι.
Σε κάποιες περιοχές του Πόντου, «καλαντοκούρ’» ονομάζουν τη λεπτή βέργα που τοποθετούν πάνω στη βασιλόπιτα, κυρίως τα πρωτότοκα παιδιά , λέγοντας : «Εξέβαμε ασ΄σην κακοχρονίαν, εσέβαμε σην καλοχρονίαν, υ΄είαν κι ευλο΄ίαν, δώσ΄τεν τ΄άλογον κριθάρια». Τα Χριστούγεννα ή τη Χριστού, είναι η πρώτη κατά σειρά γιορτή του Δωδεκαημέρου. Τα ποντιακά χριστουγεννιάτικα κάλαντα είναι κατά κάποιον τρόπο πιο ολοκληρωμένα από τα αντίστοιχα άλλων περιοχών . Αναφέρονται στη γέννηση του Χριστού, τη ζωή Του, στην προδοσία των Εβραίων, αλλά και στη σταύρωση. «Χριστός ΄γεννέθεν, χαρά σον κόσμον Χα καλή ώρα, καλή σ΄ημέρα.......» Η χαρά ήταν απερίγραπτη όταν έβλεπαν ομάδες παιδιών να ψάλλουν τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι.
Είναι πολύ συγκινητικό να ακούς μικρά παιδιά, ενώ η σκλαβιά έχει ριζώσει. Ίσως γι αυτό τα ποντιακά χριστουγεννιάτικα κάλαντα αναφέρονται στη γέννηση, τη ζωή, τη σταύρωση και την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Παρομοίαζαν το Χριστό με το υπόδουλο γένος. Η ανάσταση, δίνει ελπίδα απελευθέρωσης, αναπτερώνει το ηθικό, έστω και για λίγες ημέρες το χρόνο... Ανάμεσα στα κάλαντα, οι Πόντιοι πολλές φορές έλεγαν και άσματα πατριωτικού περιεχομένου.
Ήταν ένας τρόπος ψυχικής έκφρασης, καθώς την περίοδο αυτή υπήρχε ελευθερία ως προς τα Κάλαντα. Δεν άφηναν, λοιπόν, την ευκαιρία να πάει χαμένη και τραγουδούσαν: «Μαύρη είν΄η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιόνι, Ο Έλλην ξεσπαθώνει.....» και απήγγειλαν «Του Σκλάβου το καράβι», ένα λόγιο ποίημα, που περιγράφει πώς αρματώνουν το καράβι της Ελευθερίας όλες οι πόλεις του Ποντου.
Πολλές φορές οι αρχές αναρωτιούνταν τί λένε, αλλά οι Πόντιοι τους καθησύχαζαν ότι είναι απλώς Κάλαντα ! Ένα έθιμο που σχετίζεται άμεσα με την Πρωτοχρονιά είναι το Καλαντίασμαν τη πεγαδί. Τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς έπαιρναν νερό από τα πηγάδια και τα ποτάμια. Είναι το λεγόμενο καλαντόνερον, το οποίο έφερναν στο σπίτι. Έπιναν όλοι από λίγο και ράντιζαν μ΄αυτό το σπίτι, την αυλή, τα χωράφια και τα ζώα τους. Αμίλητος έπρεπε να πάρει κανείς νερό, αμίλητος να το φέρει σπίτι και αμίλητος να ραντίσει όλους τους παραπάνω χώρους. Αυτό συνέβαινε κυρίως «για να μη αγνεφεί η νερομάισα τη πεγαδί».
Μεταφορικά ερμηνεύεται ως εξής: το νερό, ως πολύτιμο στοιχείο της ζωής είναι ευπρόσβλητο από κακόβουλες σκέψεις, από το «μάτι» των ανθρώπων. Σο καλαντίασμαν τη πεγαδί πήγαιναν κυρίως νέες κοπέλες, με διάφορα δώρα . Τοποθετώντας τα στο πηγάδι έλεγαν : «Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου». Πίστευαν πως η ροή του νερού σταματάει για λίγο, κατά την αλλαγη του χρόνου.
Αν έβλεπε κάποιος αυτό το μαγικό φαινόμενο, ό,τι ζητούσε θα το αποκτούσε μέσα στον καινούργιο χρόνο, θα επλερούτον σα μουράτια τ΄. Παίρνοντας κανείς το νερό, δεν έπρεπε να γυρίσει πίσω. Γιατί θα έπεφταν τα άστρα του ουρανού και θα έσβηναν μέσα στο νερό. Τότε τα νερά «΄γνεφίζ΄νε».
Αν γυρίσει κανείς πίσω του να δει, θα αρρωστήσει ψυχικά . Γι αυτό και δεν πήγαιναν σο καλαντίασμαν οι λεχώνες. Άλλωστε, είναι γνωστό στην ποντιακή παράδοση ότι το κάθε πηγάδι φυλάει ένα δαιμόνιο, ένας δράκος. Το νερό είναι βασικό στοιχείο ζωής. Η αλόγιστη χρήση του, δεν επιτρέπεται. Πρέπει ,λοιπόν, να υπάρχει ένας ανασταλτικός παράγοντας για να αποφεύγεται η σπατάλη του. Οι νέες κοπέλες περίμεναν, όπως ανοίγει η βρύση, έτσι να ανοίξει και η τύχη τους. Για να εξευμενίσουν τη δύναμη και την αρνητική ενέργεια που μπορεί να προκληθεί από το νερό, προσέφεραν, όπως προαναφέρθηκε, κυρίως μήλα και ξηρούς καρπούς.
Τα ελεύθερα παλικάρια του χωριού, παραμόνευαν και μόλις έφευγαν οι κοπέλες, έτρωγαν τα φρούτα. Αυτός που θα έτρωγε το μήλο της συγκεκριμένης κοπέλας, λέγεται ότι θα την ερωτευόταν και σύντομα θα την παντρευόταν. Η δύναμη του τόπου και του χρόνου που συνέβαινε το συγκεκριμένο περιστατικό, επενεργούσε με τρόπο μαγικό στο ζευγάρι. Η ποντιακή παράδοση επιβεβαιώνει το γεγονός : «Ανάθεμα π΄εκρέμιζεν το μήλον σο πεγάδιν Το μήλον είχεν φάρμακον και το πεγάδ΄μα΄είας Μα΄εύ΄ εμέν, μα΄εύ΄ κι εσέν΄, μα΄εύ΄ τοι δυ΄ς εντάμαν Η κόρ΄μα΄εύ΄ Ελλενικά, ρωμαίικα παλικάρια...» Καλαντίασμαν, λεγόταν σε κάποιες περιοχές του Πόντου και η επίσκεψη του βαπτιστικού σον δεξάμενον καθώς και η ανταλλαγή δώρων .
« - Χρόνια πολλά δεξάμενε! - Σ΄εσέν χρόνια πολλά δεξιμάτ΄, να τρανύντ΄ς και να ΄ίνεσαι άξιος...» Θα ήταν παράληψη αν δε σημειώναμε ότι ο όρος καλαντίασμαν, έχει και μεταφορική έννοια. Σημαίνει και άγριο ξυλοδαρμό ! Τα ποντιακά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, υπαινίσσονται άμεσα το καλαντίασμαν τη πεγαδί : «Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου, πάντα κάλαντα πάντα του χρόνου, Αρχή μήλον έν΄κι αρχή κυδών΄έν΄κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον....»

Υπάρχει και άλλη παραλλαγή στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, που φέρνει τον Άγιο Βασίλειο αση...Λιαρί μερέαν «Αε-Βασίλης έρχεται αση Λιαρί μερέαν, φορτούται τρανόν δίσακκον, γομάτον ευλο΄ίας, αν δήτε μας καλόν παχτσίσ΄, αν δήτε άσπρα παράδες, να γεννούνε τα χτήνια ΄σουν, ν΄εφτάν΄θελ΄κά μουσκάρια, να γεννούν και τα πρό΄ατα, ν΄εφτάν΄ άσπρα αρνόπα, να ΄ίνταν τα γενήματα, τ΄αμπάρια να γομούνταν, να έρχουνταν κι οι ξενιτιάρ΄με τα πολλά γορόσια». Όπως φαίνεται, ανάμεσα στα άλλα, είναι σημαντική ευχή τα μουσκάρια να είναι θηλυκά. Σε άλλες περιοχές δίνουν την ευχή «αρ΄νικά παιδία και θελ΄κά μουσκάρια». Ακόμη και σήμερα στον Πόντο, στην κοιλάδα του Όφεως ποταμού, διατηρούν μια σχετική στιχομυθία για το καλό του έτους: « - Καλαντάρ΄, Καλαντάρ΄ επάν΄αρ΄νικόν, επουκά θελ΄κόν σο σαρπί σ΄ πολλά περεκέτια ! - Ντό θέλεις; Ζαχρέν έν΄. Κριθάρ΄έν΄. Τσίρια είναι. Κιούπ΄απίδια είναι. Μήλα είναι. Ούβας είν΄. Λευτοκάρια είν΄. Ρούχα είν΄. Παρά έν΄... Ντό θέλεις; - Ας΄ούλα απ΄ολίγον !!!

Τις ημέρες αυτές, εκτός από τη καθιερωμένη βασιλόπιτα, οι νοικοκυρές έπρεπε να φτιάξουν οπωσδήποτε λαβάσια και τριγώνια. Τα λαβάσια είναι το γνωστό ψωμί ενώ τα τριγώνια είναι ψωμί σε σχήμα τριγώνου. Είναι για το καλό του χρόνου και συμβολίζει είτε τις τρεις γιορτές του Δωδεκαημέρου ή την Αγία Τριάδα. Στα παράλια του Πόντου, κορίτσια και γυναίκες κατέβαιναν στη Μαύρη Θάλασσα (συνήθως ανήμερα της Πρωτοχρονιάς) μ΄ένα σκεύος γεμάτο κορκότα.
Τα έριχναν στη θάλασσα και γέμιζαν το σκεύος με νερό και βότσαλα. Ράντιζαν όλο το σπίτι και ένα βότσαλο το τοποθετούσαν στο σκεύος που έκαναν ζύμη για... να υπάρχει αφθονία στα οικιακά εφόδια (όσα και τα βότσαλα της θάλασσας δηλαδή). Τέλος, χρέος των νοικοκυρών ήταν να κρεμάσουν στην εξώπορτα ή στο τζάκι ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης, στο οποίο περνούσαν τρυπημένα λευτοκάρια. Εκεί θα παρέμενε το κλαδί όλο το χρόνο έως ότου να αντικατασταθεί την επόμενη χρονιά.
Το έθιμο αυτό το συνσντάμε και στο Βυζάντιο και στους Ρωμαίους, κατάγεται όμως από την αρχαιότητα, όπου κρεμούσαν αντίστοιχα ένα σκιλλοκρέμμυδο (αρχ. σκίλλαν). ΄Ολες αυτές τις ημέρες και ανάμεσα σε τρεις μεγάλες χριστιανικές γιορτές, λαθροβιούσε αλλά και δέσποζε ταυτόχρονα το πανάρχαιο δρώμενο των Μωμό΄ερων.
Ο Μώμος ήταν ο Θεός του γέλιου και της σάτιρας. Η προσωποποίηση της μομφής και της κατηγορίας. Οι Ιερείς του Μώμου, οι ακόλουθοί του στη μεγάλη (βακχική) γιορτή είναι οι Μωμόγεροι. Οι Πόντιοι, αν και φανατικοί χριστιανοί, διατήρησαν πολλές αρχαιοπρεπείς συνήθειες από τους προγόνους τους. Είναι το αρχαιότερο είδος θεάτρου (διθύραμβος) και συνάμα το πιο σύγχρονο (θέατρο δρόμου).
Έχει ευετηριακό χαρακτήρα, πραγματοποιείται δηλαδή για το καλό του νέου έτους. Η ολοκληρωμένη μορφή του δρώμενου, όπως διασώθηκε στη Λιβερά της Ματσούκας, αποτελείται από τον Κορυφαίο (Μωμόγερο), τη χορευτική ομάδα (ορχείται και άδει), τη θεατρική ομάδα (αυτοσχέδιοι διάλογοι) και τους μουσικούς (λύρα, αγγείον). Ο αρχηγός των Μωμό΄ερων , μπαίνοντας στην αυλή κάθε σπιτιού και απευθυνόμενος στον νοικοκύρη, λέει : «Ποίος είμαι; Κανείς ΄κ είμαι! Ση κοσμί την τσάρχαν κείμαι. Όθεν έρχουμ΄εκεί πάω κι ίντιαν έν γραφτόν εφτά΄ω. Τ΄όνομα μ΄ αν θέλτ΄ς να παίρτ΄ς, αδελφό μ΄ έτον Οπέρτ΄ς! Έρθα εγώ κι ακούω Οφέτος κι έχω ημέρας με το μέτρος.»
Κατά τη διάρκεια του χορού, κάποιος θεατής κλέβει τη μία νύφη και κρύβεται μαζί της. Συνήθως, κατ΄εντολή του αρχηγού τρέχουν προς αναζήτησή τους και με τη βοήθεια του διαβόλου ή άλλων μελών του θιάσου, δεν αργούν να τους ανακαλύψουν. Στη συνέχεια, ο γιατρός εξετάζει τη νύφη και διαπιστώνει τη σεξουαλική της κακοποίηση.
Το πρόστιμο είναι ανάλογο της οικονομικής κατάστασης του απαγωγέα, και ορίζεται από τον τσανταρμά(λαϊκός δικαστής), που έχει ήδη συνωμοτήσει με το γιατρό. Η εξέταση της νύφης, που προσποιείται την ατιμασμένη, είναι μία από τις πιο κωμικές σκηνές του δρώμενου και παρακολουθείται με μεγάλο ενδιαφέρον από το παρευρισκόμενο πλήθος.
Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης(κόρη της θεάς Δήμητρας) από το Θεό του Κάτω Κόσμου Πλούτωνα, είναι γνωστός. Η οργισμένη Δήμητρα, σταμάτησε να δίνει καρπούς και η Γη ξεράθηκε. Όλη η οικουμένη κινδύνεψε να αφανιστεί από ασιτία. Οι άνθρωποι και τα ζώα έφτασαν σε κατάσταση απόγνωσης και ο Δίας , εισακούοντας τις ικεσίες τους, μεσολάβησε και υποχρέωσε τον Πλούτωνα να αφήσει την Περσεφόνη να επιστρέψει στη μητέρα της.
Ο Πλούτωνας, όμως, ξεγέλασε την κόρη και της έδωσε να φάει ένα ρόδι, με αποτέλεσμα να μην είναι πάντοτε με τη μητέρα της στον επάνω κόσμο, αλλά το ένα τρίτο κάθε χρόνου να επιστρέφει στον άντρα της στον Κάτω Κόσμο. Γι αυτό η Γη καρπίζει το διάστημα που η κόρη είναι με τη Δήμητρα, ενώ «κοιμάται» όταν κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Ας σημειωθεί οι νύφες των Μωμό΄ερων φορούσαν περιδέραιο φτιαγμένο από διάφορους ξηρούς και αποξηραμένους καρπούς. Στο τέλος της διεξαγωγής του δρωμένου, μαζεύονταν όλοι οι όμιλοι των Μωμόγερων από τα γύρω της Λιβεράς χωριά στο Τσεβιζλούκ, τη σημερινή Macka.
Ήταν ένα θέαμα άνευ προηγούμενου, να βλέπει κανείς 150-200 φουστανελλοφόρους να χορεύουν και να τραγουδούν στις πλατείες, γεγονός που τονίζει για άλλη μια φορά και τον εθνικό χαρακτήρα του Δωδεκαημέρου στον Πόντο. «Τα Κάλαντα οι Μωμο΄έρ΄τα Φώτα οι ποπάδες Ναϊλί τη μαυρομάναν ατ΄π΄έχ΄έμορφους νυφάδες!» Φτάνοντας στα Θεοφάνεια, η λαϊκές δοξασίες πιστεύουν ότι με τον καθαγιασμό των υδάτων θα φύγουν επιτέλους όλα τα δαιμόνια και θα διαλυθεί κάθε επικίνδυνη ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί τις τελευταίες 12 μέρες.
Όλα θα επανέλθουν στη φυσιολογική τους κατάσταση και θα κλείσει έτσι το μαγικό βιβλίο του παραμυθιού των γιορτών. Την ημερα αυτή οι γυναίκες σε πολλές περιοχές του δυτικού Πόντου μοιράζουν ξερά σύκα, μήλα και ροδάκινα. Όταν θέλουν να δώσουν χρήματα σε μικρά παιδιά, καρφώνουν τα κέρματα στα αντίστοιχα φρούτα, όπως συνήθιζαν οι Βυζαντινοί. Τα ποντιακά κάλαντα των Φώτων που είναι περισσότερο γνωστά, είναι αυτά της Οινόης, με 24 στίχους, που κατ΄αναλογία με τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που αναφέραμε παραπάνω, ξεκινούν με όλα τα γράμματα της αλφαβήτου.
«Από της Ερήμου ο Πρόδρομος ήλθε να βαπτίσει τον Κύριον Βέβαιον Βασιλέα εβάπτισε Κύριον και Θεόν ομολόγησε Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε» κτλ. Μετά τη ρίψη του σταυρού στο νερό και την εύρεση του τυχερού της χρονιάς, ο παπάς κάθε χωριού στον Πόντο, μαζί με τον «τυχερό» και ολιγομελή συνοδεία, γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, όλο το χωριό, ψέλνοντας το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένω σου Κύριε...».
Κάποιος απ΄όλους κρατούσε ένα δίσακκον όπου ο κάθε σπιτονοικοκύρης έριχνε συνήθως χρήματα και ξηρούς καρπούς . Λέγεται ότι καμιά φορά οι παπάδες...συνοδευτικά με όλους αυτούς τους ξηρούς καρπούς που συνέλεγαν, ήθελαν και κάτι να πιούν. Έχοντας αστείρευτο χιούμορ, λοιπόν, ως γνήσιοι Πόντιοι, μετέτρεπαν το τροπάριο ... κατά το δοκούν : «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένω σου Κύριε εν τοις Τριάδος εφανερώθη προσκήνυμα.............................. και τον κόσμον φωτίσας ΔΟΣ ΚΡΑΣΙ ! ! ! »

Μυροφόρα Ε. Ευσταθιάδου Εθνολόγος –
Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Λαογραφίας


Βιβλιογραφία


Γ. Ζερζελίδη, Το Καλαντόνερον, Αθήνα 1973. Στ. Ευσταθιάδη,

Τα Τραγούδια του Ποντιακού Λαού,Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1982 Μ. Σέργη (επιμέλεια),

Πόντος, θέματα Λαογραφίας του Ποντιακού Ελληνισμού, Αλήθεια. Αθήνα 2008. Γ. Μέγα,

Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Εστία, Αθήνα 1963.

Εγκυκλοπαίδια του Ποντιακού Ελληνισμού, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1988.


Πανηγύρι «σον παρχάρ΄»

Μια πτυχή του λαϊκού πολιτισμού που επιβιώνει στον Πόντο και αναβιώνει στην Ελλάδα

Η ανάγκη του αστού για επαφή με τη φύση αλλά και η ρομαντική αναζήτηση μορφών του λαϊκού μας πολιτισμού που δεν υπάρχουν πια, δημιούργησε τα τελευταία χρόνια μια νέα τάση στον ελλαδικό χώρο: τη διοργάνωση πανηγυριών στα παρχάρια.
Ξεκίνησε από τον Άγ. Δημήτριο Κοζάνης, υποστηρίχθηκε από την Ένωση Ποντίων Ματσούκας και σήμερα αριθμεί πολλούς τόπους (Κομοτηνή, Δράμα, Πάρνηθα κ.α.), όπου διοργανώνονται γιορτές στο φυσικό περιβάλλον.
Η συγκεκριμένη αναβίωση, δεν έχει ,φυσικά, χρηστική σημασία(κτηνοτροφία δηλαδή), αλλά περιορίζεται στον ψυχαγωγικό και νοσταλγικό της χαρακτήρα. Πολλές φορές, προσπαθεί να συνδεθεί και με κάποια χριστιανική γιορτή, για να θεσμοθετηθεί ευκολότερα το συγκεκριμένο γεγονός. Βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης και αναζήτησης της καλύτερης δυνατής αναπαράστασης ενός παρχαριού του Πόντου.
Στην ουσία, αναπαριστάται μόνο το πανηγύρι, η κορύφωση δηλαδή της ζωής σον παρχάρ΄. Αντίθετα στον Πόντο σήμερα, όπου η συνέχεια της φυσιολογικής ροής των πολιτισμικών φαινομένων δε διακόπηκε βίαια, παρατηρούμε επιβίωση της ζωής σον παρχάρ΄, αλλά και των πανηγυριών που διοργανώνονται.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή... Τι σημαίνει παρχάρ΄; Επιμέρους κεφάλαιο στην αγροτική ζωή των Ελλλήνων του Πόντου είναι η μετάβασή τους στα «παρχάρια», κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών . Η λέξη «παρχάρ΄» ερμηνεύεται ως εξοχικός τόπος.
Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι προκύπτει από τις λέξεις παρά και χωρίον ή από την τουρκική λέξη bahar, που σημαίνει άνοιξη . Όπως κι αν έχει, από το Μάιο ως το Σεπτέμβριο, η κτηνοτροφική αλλά και οικονομική ζωή μεταφέρεται εκεί. Μεταβαίνουν κάτοικοι από τα γύρω χωριά στο χώρο του πανηγυριού, φέροντας προς πώληση είδη λαϊκής τέχνης, γαλακτοκομικά προϊόντα και σε κάποιες περιπτώσεις το εμπόριο αφορά και ζωοπανήγυρη.

Η μελέτη του υπαίθριου χώρου και της κοινωνικής, πολιτιστικής και θρησκευτικής ζωής μέσα σ΄αυτόν, συνεπάγεται με πλήθος λαογραφικών φαινομένων. Το πανηγύρι, η αρχαία πανήγυρις, διατηρεί πολλά αρχέγονα στοιχεία, που μετασχηματίζονται, όπως το απαιτούν οι εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Κυρίαρχο στοιχείο είναι το «αυθόρμητον» , ένα από τα τρία χαρακτηριστικά των λαογραφικών φαινομένων, κατά τον αείμνηστο Στίλπωνα Κυριακίδη (τα άλλα δύο, το «κατά παράδοσιν» και το «ομαδικόν», τα συναντάμε επίσης στο ποντιακό πανηγύρι).

Η ψυχική απελευθέρωση, η μέθεξη των πανηγυριστών γεμίζει αναμνήσεις και μετατρέπει το χώρο σε σημείο αναφοράς της συλλογικής μνήμης. Η ανάγκη συμμετοχής, η αίσθηση του «ανήκειν» σ’ ένα κοινωνικό γεγονός, δημιουργεί μια νοητή αλληλεπίδραση μεταξύ του ατόμου και του κοινωνικού συνόλου. Δημιουργείται έτσι μια συλλογική ταυτότητα , πέρα από ιδιότητες, επαγγέλματα ή φύλο.

Η δυναμική του συμβάντος, αλλά και η δύναμη της Παράδοσης, λειτουργούν ως χωνευτήρι αντιθέσεων. Πανηγύρια στον Πόντο πριν τον ξεριζωμό Πηγές αναφέρουν πολλά παραδείγματα ακόμη και σουλτάνων που ενισχύουν οικονομικά τα πανηγύρια των μεγάλων μοναστηριών. Δημιουργείται σχέση «δούναι-λαβείν» και τα πανηγύρια, ήδη το 16ο αιώνα, λαμβάνουν μορφή εθνικής εορτής.
Αυτό αποτελεί σχήμα οξύμωρο, αλλά γίνεται απόλυτα κατανοητό αν λάβει κανείς υπόψιν του ότι η οικονομία βρισκόταν ακόμη σε χέρια ελληνικά.
Στο χωριό Παλλαδάντων της Μούζενας, υπάρχει η εκκλησία του Ζανταέρ΄ δηλαδή του τρελού Αϊ-Γιώργη. Το πανηγύρι αυτό ήταν φημισμένο για τους αγώνες πάλης που πραγματοποιούνταν εκεί. Ξακουστοί παλαιστές κατεύθαναν από όλο τον Πόντο, προς τέρψιν των θεατών και οικονομική ενίσχυση των διοργανωτών. Δεν είναι λίγες οι φορές που η πάλη αποκτά πολιτική διάσταση, όταν οι δύο διαγωνιζόμενοι είναι χριστιανός και μουσουλμάνος. Την κάθαρση δίνουν οι παλαιστές, εφαρμόζοντας γραπτούς και άγραφους αθλητικούς κανόνες.

Στην Παναγία Σουμελά ξακουστές ήταν οι χορευτικές και μουσικές επιδείξεις. Σύμφωνα με περιγραφές, ομάδες χορευτών και μουσικών συνέρρεαν στους πρόποδες του όρους του Μελά για να δείξουν τις χορευτικές και μουσικές τους ικανότητες. Ανάλογα πανηγύρια μικρότερης , όμως , διάστασης, διοργανώνονται από κάποιες οικογένειες που έχουν αναλάβει τη συντήρηση ναών, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Έχουμε , λοιπόν, πανηγυρικές εκδηλώσεις στον Αε-Ζαχαρέα της Κρώμνης, στο Άγιο Ιωάννη στο Αφκατωχώρ΄της περιοχής Σταυρίν, στη Σιναλού την Παναγιά στα Κοτύωρα και αλλού. Το μεγαλύτερο , όμως, πανηγύρι στον Πόντο, ήταν αυτό του Αεσέρ΄σε υψόμετρο 2.700 μ., στην κορυφή του όρους Θήχη. Είναι το σημείο από όπου οι Μύριοι του Ξενοφώντα ανεφώνησαν το «Θάλαττα, θάλαττα...».
Η απόσταση της συγκεκριμένης τοποθεσίας είναι 60 χλμ νότια της Τραπεζούντας. Το πανηγύρι πραγματοποιείται Δεκαπενταύγουστο, δεν παίζει ,όμως, σχεδόν κανένα θρησκευτικό ρόλο. Άλλωστε συμπίπτει με την πανήγυρη της Παναγίας Σουμελά. Υπολογίζεται ότι την ημέρα εκείνη συγκεντρώνονται στον Αεσέρ΄ 10.000 περίπου πανηγυριστές. Ας σημειωθεί μόνο ότι όταν χορευόταν ο πολεμικός χορός Σέρρα, πιάνονταν στον κύκλο 500 έως 1000 χορευτές!
Το ενδιαφέρον είναι ότι στον Αεσέρ΄ έρχονται και από τα χωριά της Άνω Ματσούκας, αλλά και από το Σταυρίν, Κρώμνη, Τσιμερά, Ίμερα. Λόγω του μεγάλου πλήθους, αλλά και της γενικής οπλοφορίας χριστιανών και μουσουλμάνων ήταν πιθανή η δημιουργία προστριβών.
Προς αποφυγή τέτοιων συγκούσεων, οι τουρκικές αρχές έστελναν ισχυρή αστυνομική δύναμη. Όμως, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημήτριος Παπαδόπουλος σε μια περιγραφή στις αρχές του περασμένου αιώνα:«....Οι διασκεδάζοντες επυροβόλουν δαιμονιοδώς, αδιαφορούντες δια την παρουσία των οργάνων της τάξης...» Αξιωσημείωτο είναι ότι οι μαζικοί εξισλαμισμοί Ελλήνων του Πόντου δε μεταβάλλουν τις ημερομηνίες των πανηγυριών. Εξακολουθούν, πολλές φορές να συμπίπτουν με χριστιανικές γιορτές αλλά θρησκευτικό μέρος σταδιακά εκλείπει. Το πανηγύρι στην Κατίρκαγια σήμερα

Σήμερα στον Πόντο διοργανώνονται πανηγύρια σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, που έχουν σαν αφορμή τον ερχομό ενός φρούτου (karpuz festivali) ή λαμβάνουν πιο καθολικό χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο και πιο ξακουστό πανηγύρι είναι αυτό της Κadirga (Κατίρκαγια), την Τρίτη Παρασκευή του Ιουλίου. Η περιοχή βρίσκεται σε υψόμετρο 2.000μ, στα σύνορα των νομών Τραπεζούντας (Trabzon Valiligi)και Αργυρούπολης (Gumushane Valiligi). Είναι, θα λέγαμε ένα οροπέδιο, σε απόσταση ίση από τα γύρω παρχάρια της Τόνιας και του Κιουρτούν.
Για να μεταβεί κανείς στην περιοχή, μπορεί να ακολουθήσει τρεις δρόμους : μέσω Vakfikebir(Γιαλόν), 40χλμ δυτικά της Τραπεζούντας και μετά μέσω Τόνιας(Θοανία), είτε μέσω Besikduzu και Salpazari ή Μέσω Άνω Ματσούκας, ανεβαίνοντας στο βουνό λίγο πριν το τούνελ στη διάβαση της Ζύγανας.
Η λέξη Kadirga, πιθανόν προέρχεται από το katir(=μουλάρι) και kaya(=βράχος) . Οι πανηγυριστές, είναι στην πλειοψηφία τους μόνιμοι κάτοικοι Τραπεζούντας ή εσωτερικοί μετανάστες στην Κωνσταντινούπολη. Τους ακούσαμε να μας διηγούνται το πόσο περίμεναν αυτή τη στιγμή όλο το χρόνο. Κάποιοι λένε ότι έκαναν οικονομίες, για να έχουν την «άνεση» που ήθελαν στην Κατίρκαγια. Έχουμε αναρωτηθεί πολλές φορές, πόσα μπορεί να ξοδέψει κανείς σε ένα οροπέδιο...
Έχοντας γίνει θεσμός η Κadirga, διαμορφώνει παράλληλα και ορισμένους χαρακτηριστικούς τύπους. Εξέχον πρόσωπο είναι ο «γλεντζές», που τριγυρίζει στους κύκλους του χορού τραγουδώντας, μιμούμενος χορευτικές κινήσεις και ακολουθώντας τους μουσικούς. Κλασσικός τύπος στην Κατίρκαγια είναι και ο «καζής». Είναι ένας ηλικιωμένος με στρατιωτική στολή και δεκάδες παράσημα. Πληροφορηθήκαμε ότι τύποι σαν κι αυτόν ειναι παλαίμαχοι πολεμιστές, ή οι απόγονοί τους. Αρέσκονται να τους φωτογραφίζουν, επιδεικνύοντας έτσι τα παράσημά τους.
Άλλος τύπος είναι ο «ατλής», δηλαδή ο καβαλάρης. Συνοδεύει την κάθε ομάδα που έρχεται από διαφορετικό παρχάρ΄και πολλές φορές μπαίνει και μέσα στο χορευτικό κύκλο. Το άλογο είναι υπερβολικά στολισμένο, όπως αρμόζει σε μια μέρα γιορτής. Ας σημειωθεί ότι ο κάθε κύκλος χορού, αποτελείται από 20 έως και 200 άτομα. Δεν υπάρχει πρωτοχορευτής, ούτε τελευταίος.
Σχηματικά ο κύκλος γίνεται αντιληπτός χιλιόμετρα πριν προσεγγίσει κανείς το πανηγύρι. Ο κύκλος , ένα από τα αρχετυπικά πρότυπα του πανηγυριού,μετατρέπει την ομάδα σε αναπόσπαστη αλυσίδα και παράλληλα εξασφαλίζει την ακριβοδίκαιη συμμετοχή. Οι μουσικοί βρίσκονται στη μέση και τρέχουν γύρω-γύρω, για να ακούν όλοι. Είναι κυρίως λαϊκοί οργανοπαίχτες. Πολλοί από αυτούς είναι και κατασκευαστές.
Το όργανο που κυριαρχεί είναι ζουρνά και ταούλ΄ (λόγω του ανοιχτού χώρου). Σε μικρότερες παρέες ακούς και λύρα ή σε μεγαλύτερες 5-6 λύρες μαζί. Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει και εξέδρα με μικροφωνικές εγκαταστάσεις, όπου εμφαανίζονται καλλιτέχνες περισσότερο γνωστοί. Σε παράλληλη δράση με τους μεγάλους χορευτικούς κύκλους, υπάρχουν και μικρότεροι, 5-10 ατόμων, αποτελούμενοι μόνο από γυναίκες. Είναι ο λεγόμενος kiz horonu ή kari horon.
Ομάδα κοριτσιών (συνήθως καταγόμενα από το ίδιο χωριό), χορεύει τραγουδώντας ή με τη συνοδεία της μουσικής του διπλανού κύκλου. Είναι σχήμα οξύμωρο να διαχωρίζονται, όχι τόσο για προστασία, αλλά περισσότερο για λόγους χορευτικής επίδειξης. Το πανηγύρι ξεκινά το πρωί και τελειώνει με τη δύση του ηλίου.
Όσο περνά η ώρα, παρατηρεί κανείς ότι η μέθεξη γίνεται πιο έντονη, κι ας χορεύουν τα ίδια δέκα βήματα όλη μέρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν έρθει η ώρα για «τσάκωμαν», το σύνθημα το δίνει ο ταουλτσής, σηκώνοντας το νταούλι ψηλά. Στη συνέχεια, κάνει ο ίδιος μια φορά το τσάκωμα και ακολουθεί όλος ο κύκλος! Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και άλλα μεγάλα πανηγύρια στον Πόντο σήμερα, όπως το Χωνευτέρ΄στην Τόνια, το πανηγύρι στο βουνό Sis, λίγο πιο πέρα ,που γίνεται από Τσεπνήδες, αλλά και το Sultan Murat στα παρχάρια του Κατωχώρ΄.
Φέτος, το πανηγύρι στην Κατίρκαγια θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010. Παράδοση και αναβίωση Η Ποντιακή Παράδοση πέρασε μια κρίση και μια αμφισβήτηση πολλών δεκαετιών. Όλοι ξέρουμε τις χρυσές δεκαετίες του νεοποντιακού τραγουδιού και της αγωνιώδους προσπάθειας προσαρμογής στον ελλαδικό και αργότερα στον ευρωπαϊκό τρόπο έκφρασης.
Είναι νομοτέλεια , όμως, ότι αν κάτι δεν περάσει από κρίση, δεν μπορεί να επανέλθει πιο δυναμικά. Και η πληγή δε γιατρεύεται αν δε ματώσει. Η Ποντιακή Παράδοση ξεπέρασε, μάλλον, αυτή την κρίση. Μεγάλη απόδειξη ότι έχει περάσει σε άλλο επίπεδο είναι η πεισματική προσκόλληση των νέων στην παράδοση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι γονείς πολλών νέων παιδιών, ασχολούνται πολύ λιγότερο έως και καθόλου με την Παράδοση.
Εδώ , όμως, η Λαογραφία έρχεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο ερώτημα: Είναι η αναβίωση Παράδοση; Στο ερώτημα απαντά ο ομότιμος καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μ.Γ.Μερακλής .

Περιγράφει την Παράδοση ως δυναμική διαδικασία που ενσωματώνει, μετασχηματίζει αλλά και αποβάλλει στοιχεία. Αν η Παράδοση δεν άλλαζε, τότε θα ήταν στατική, άρα δε θα υπήρχε στη σημερινή κοινωνία. Θα υπήρχαν χώροι, όπου θα μπορούσαμε να επισκεφθούμε την Παράδοση , δε θα μας είχε ,όμως, «παραδοθεί».
Η αναβίωση πανηγυριών στα παρχάρια, σηματοδοτεί ένα μετασχηματισμό της Παράδοσης, ως απόδειξη ότι υπάρχει η συνέχειά της. Δεν υπάρχει πια η ανάγκη της κτηνοτροφίας, υπάρχει ,όμως, αυτή της επιστροφής στη φύση. Επομένως, η διοργάνωση πανηγυριών συνδέεται με μια εκδρομή στο βουνό. Ένας άλλος μετασχηματισμός παρατηρείται στην επιλογή του τόπου. Ένα «κανονικό» παρχάρ΄, θα ήταν σε υψόμετρο 2.000μ και άνω, εκεί όπου σταματά η βλάστηση.

Ο σημερινός, όμως, Πόντιος έχει συνδέσει το παρχάρ΄ με δέντρα και πράσινο. Άρα οι τόποι αναβίωσης είναι σε κάποιο ωραίο τοπίο, μέσα στο δάσος. Ούτε κι αυτό το στοιχείο αποτελεί παραποίηση, καθώς δεν υπάρχουν πια ζώα, που χρειάζονται λιβάδεια, αλλά μόνο άνθρωποι (και μάλιστα επί τω πλείστω αστοί), που χρειάζονται σκιά. Ας μην ξεχνάμε ότι όταν μιλάμε για αναβίωση, αναφερόμαστε πάντα σε θετικές πτυχές της παραδοσιακής ζωής, ποτέ δεν αναβιώνουμε το αρνητικό, το δύσκολο.
Η σύγκριση δε θα έπρεπε ίσως να είναι μεταξύ παλαιότερης, αυθεντικότερης μορφής και σημερινής. Άλλωστε, κάθε εποχή έχει τη δική της αυθεντικότητα. Η κρίσιμη σύγκριση είναι ανάμεσα στην επιλογή της φύσης ή στον εγλωβισμό της Παράδοσης στην πόλη. Είναι αλήθεια ότι η τυποποίηση παρατηρείται σε όλες τις μορφές του λαϊκού πολιτισμού που επιβιώνουν ή αναβιώνουν στην πόλη. Η διέξοδος της φύσης, δίνει ανάσα στην Παράδοση. Σ΄αυτή τη στροφή βοήθησε πολύ και η επαφή Ποντίων της Ελλάδας με το σημερινό Πόντο.

Εκατοντάδες, πλέον, Ελληνοπόντιοι παρακολούθησαν πόσο επιτυχημένη είναι η διοργάνωση πανηγυριών στα παρχάρια του Πόντου. Επομένως, στην ανάγκη της επιστροφής στη φύση, που αφορά και τον κάθε Συνέλληνα, έρχεται να προστεθεί και η ιδιαίτερη ανάγκη των Ελληνοποντίων να έχουν επαφή με την ιστορική τους πατρίδα.

Υπάρχουν δεκάδες ποντιακά δίστιχα για τα παρχάρια, που μόνο εκεί παίρνουν το νόημα που τους αρμόζει. Επομένως, η αναβίωση του πανηγυριού σον παρχάρ΄ «συμβολοποιείται», καθώς συμπυκνώνει πολλαπλά νοήματα και συναισθήματα της Ποντιακής Παράδοσης, στο σύνολό της. Είναι μια συμβολική πράξη, μια έμμεση δήλωση της πολιτισμικής μας ταυτότητας, αλλά και ένας ισχυρός δεσμός με το σημερινό Πόντο. Λειτουργεί αναλογικά, παρόμοια με εκδηλώσεις αναλογικής μαγείας. Ο συμβολικός της χαρακτήρας δηλώνει ότι ακόμη και σήμερα μπορεί να παραχθεί λαϊκός πολιτισμός...

Μυροφόρα Ε. Ευσταθιάδου Εθνολόγος - Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Λαογραφίας


O καιρός σήμερα




  • pic2
  • pic3