Untitled 1

Η Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα μοναστήρια του Πόντου. Βρισκόταν στην επαρχία Γαλίανα της Ματσούκας, 30 χλμ Ν.Α. της Τραπεζούντας και ήταν χτισμένο πάνω στο όρος Πυργί σε υψόμετρο 1210 μ. Σύμφωνα με τον Κώδικα που διασώθηκε η Μονή χτίστηκε το 752 μ.Χ. Στον νέο Κώδικα της μονής υπάρχει καταγεγραμμένη η παράδοση ότι η Μονή κτίστηκε από τρεις ασκητές μοναχούς, οι οποίοι ξεκίνησαν από τα δάση των Σουρμένων, οδηγούμενοι από τρία περιστέρια, κατά προσταγή του Αγίου Γεωργίου, τον οποίο οραματίστηκαν και οι τρεις ταυτοχρόνως. Από το γεγονός ότι τους μοναχούς οδήγησαν περιστέρια, η Μονή ονομάστηκε Περιστερεώτα. Η Μονή ερημώθηκε στα 1203 από περσική επιδρομή και ανασυστήθηκε το 1393/98 από τον προηγούμενο της Μονής Παναγίας Σουμελά, ο οποίος με τη μεσολάβηση και του Βησσαρίωνα κατάφερε και απέσπασε υπέρ της Μονής αυτοκρατορικό χρυσόβουλο του Αλεξίου του Δ΄ Μ. Κομνηνού (1417-1429), αυτοκράτορα Τραπεζούντας. Η Μονή τιμήθηκε και με άλλα χρυσόβουλα των Κομνηνών της Τραπεζούντας, όπως των Ανδρονίκου Γ΄ (1330-1332) και Ιωάννου Δ΄(1429-1458). Ευεργετικά έδρασε προς τη Μονή του Περιστερεώτα και ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, Αλέξιος Γ΄ (1349-1390). Το έτος 1483 ξέσπασε στο Ιερό Βήμα του ναού της Μονής πυρκαγιά, από απροσεξία του εκκλησιάρχου Ιωαννίκιου, με συνέπεια να καούν τα προαναφερθέντα χρυσόβουλα των Κομνηνών, και πολλά κειμήλια της Μονής, όπως, ιερά λείψανα πολλών αγίων, άμφια, αρτοφόρια, και άλλα χαρίσματα. Μετά την πυρκαγιά η Μονή επισκευάστηκε με την άδεια και μάλιστα της χορηγήθηκαν και προνόμια από τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), τα οποία ενίσχυσε με ιδιαίτερο χρυσόβουλο και ο διάδοχος του Βαγιαζήτ Σουλτάνος Σελίμ Α΄ (1512-1520). Το 1701 αποδίδεται στη Μονή η πατριαρχική και σταυροπηγιακή αξία και η εξαρχία της Γαλίαινας, η οποία αποτελούνταν από 18 χωριά με 800 περίπου οικογένειες. Ο ηγούμενος της Μονής ήταν επιφορτισμένος με το ποιμαντικό έργο, που σε άλλη περίπτωση ανήκει στην οικεία μητρόπολη, χειροτονώντας ιερείς, εκδίδοντας άδειες γάμου και διαζυγίων. Από τον Παπαμιχαλόπουλο πληροφορούμαστε ότι στις αρχές του 20ου αιώνα η Εξαρχία Γαλίαινας, αποτελούνταν από 953 οικογένειες (στέφανα), δηλαδή περίπου, 4.000 ψυχές. Το μεγαλύτερο μέρος της Μονής είχε οικοδομηθεί κατά τον 15ο αιώνα ενώ το Καθολικό της Μονής, που τα ερείπια του σώζονταν μέχρι πρόσφατα, είχε εγκαινιαστεί από τον μητροπολίτη Τραπεζούντας Παρθένιο το έτος 1820. Δεν γνωρίζουμε το ακριβές περιεχόμενο της βιβλιοθήκης της Μονής, αλλά θεωρούνταν η πλουσιότερη της περιοχής, περιέχοντας 4000 τόμους βιβλίων, εκ των οποίων τα 800 ήτανε χειρόγραφα συγγράμματα εκκλησιαστικής και θύραθεν γραμματείας. Ο Κιαγχίδης σημειώνει πως στη βιβλιοθήκη υπήρχαν 7.500 τόμοι. Το 1863 οπότε και ιδρύθηκε η Αρχιεπισκοπή Ροδοπόλεως, καταργήθηκε η εξαρχία της Μονής του Περιστερεώτα, και ξαναλειτούργησε το 1867, οπότε και καταργήθηκε η Αρχιεπισκοπή Ροδοπόλεως. Το έτος 1902 ξανακαταργήθηκαν οι εξαρχίες για να ανασυσταθεί η Αρχιεπισκοπή ως Μητρόπολη πλέον, Ροδοπόλεως. Η Μονή μερίμνησε ιδιαίτερα για την οργάνωση των ελληνικών σχολείων της Γαλίαινας, και σύστησε στα 1909 την Κεντρική Σχολή της Γαλίαινας, ένα πλήρες τετρατάξιο ημιγυμνάσιο στην τοποθεσία Γέφυρα, όπου φοιτούσαν οι απόφοιτοι των Δημοτικών Σχολείων των γύρω χωριών. Η μεγάλη πυρκαγιά, που ξέσπασε στις 24 Νοεμβρίου του 1904 προκάλεσε πολύ σημαντικές ζημιές τόσο στα κτίσματα, όσο και στην κινητή περιουσία της μονής. Τελευταίος ηγούμενος στην ιστορία της Μονής ήταν ο Γρηγόριος Παντελίδης από το χωριό Λειβάδια της Γαλίανας. Την περίοδο της ρωσικής κατοχής της Τραπεζούντας 1916-1918, η Μονή βρίσκονταν από την πλευρά της ρωσικής κατοχής και έτσι γλίτωσε τις βιαιότητες και την εκκένωση που υπέστησαν οι μονές της Σουμέλα και του Βαζελώνα. Η Μονή ερημώθηκε οριστικά στις 17 Ιανουαρίου 1923. Με πρωτοβουλία του Χαράλαμπου Κιαγχίδη, συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 23 Απριλίου του 1965, το Σωματείο με την επωνυμία «Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτα» και την 23η Απριλίου 1968 πραγματοποιήθηκε η τελετή θεμελίωσης του νέου ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα στο Ροδοχώρι της Νάουσας, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Εδέσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Καλλίνικο. Στην νέα Μονή μεταφέρθηκαν και φυλάσσονται πολλά πολύτιμα κειμήλια από την παλιά ιστορική Μονή στον Πόντο.

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδώρου Τήρωνος. Μοναστήρι που βρίσκονταν στην ενορία του Αγίου Θεοδώρου της Αργυρούπολης, απέναντι από τη μονή του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου. Η ιστορία της Μονής συνδέεται με την παρακάτω  παράδοση: Στα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας των Κομνηνών της Τραπεζούντας κάποιος Πέτρος από την αρχοντική οικογένεια των Διακονιδών ανέβηκε στο μέρος που χτίστηκε έπειτα το μοναστήρι για ξυλεία. Στο σημείο εκείνο είδε να καίει αδιάκοπα ένα φως, και πλησιάζοντας εκεί είδε  ότι επρόκειτο για βυζαντινό παρεκκλήσι στο οποίο ασκήτευαν δυο μοναχοί. Μέσα στο παρεκκλήσι υπήρχε μια ψηλή στήλη γεμάτη επιγραφές. Ταυτόχρονα ανακαλύφθηκαν και τα μεταλλεία στην Αργυρούπολη με συνέπεια να μεταναστεύσουν εκεί οι επιφανείς οικογένειες των Κετζετζήδων, Διακονίδων και Στρατικεύων. Την περίοδο εκείνη λοιπόν, η μονή του Αγίου Θεοδώρου έφτασε σε μεγάλη ακμή. Μετά την πτώση, όμως, της Αυτοκορατορίας των Κομνηνών η Μονή καταστράφηκε και οι μοναχοί θανατώθηκαν. Η μονή έμεινε έρημη μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα οπότε και ανοικοδομήθηκε από τον Χ’Δημήτριο Γαρατζά, ο οποίος και καταγράφηκε στον Κώδικα ως νέος κτήτωρ της Μονής. Ανιστόρησε τον ναό και έχτισε κελιά για μοναχές, ενώ η στήλη με τις επιγραφές τέθηκε ως θεμέλιος λίθος του ναού Τη μονή ευεργέτησε και ο γιος του Γαρατζά, ο αρχιεπίσκοπος Χαλδίας Ιγνάτιος ο Κουθούρ, ενώ επί αρχιερατείας του και συγκεκριμένα από 1734-1749, ο ναός της μονής διετέλεσε μητροπολιτικός ναός της επαρχίας Χαλδίας. Στις αρχές του 20ου ασκήτευαν στη μονή δυο μοναχές.

Η Μονή του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνα αποτελεί την αρχαιότερη και μια από τις τρεις μεγαλύτερες και πιο γνωστές μονές του Πόντου. Ιδρύθηκε σύμφωνα με την παράδοση το 270 μ.Χ. από αναχωρητές χριστιανούς, οι οποίοι κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό του Πόντου για να αποφύγουν τους διωγμούς του Δεκίου (249-251) και του Βαλλεριανού (253-260). Εκεί τους βρήκε κάποιος άλλος αναχωρητής από τη Μικρά Ασία με το όνομα Ιωάννης και από κοινού αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Μονή. Για την προέλευση του ονόματος υπάρχουν δυο απόψεις. Η πρώτη υποστηρίζει πως η Μονή έλαβε την ονομασία από το όρος πάνω στο οποίο χτίστηκε και η δεύτερη, πως έλαβε την ονομασία της από την περιοχή στην οποία ξεκίνησε το κήρυγμα του ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η οποία ονομαζόταν γη Ζαβουλών. Έπειτα από παραφθορά η ονομασία Ζαβουλών μετατράπηκε τα τελευταία χρόνια σε Βαζελών. Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Βαζελώνα στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της έδρασε ευεργετικά απέναντι στη μονή της Παναγίας Σουμελά βοηθώντας τους μοναχούς, Βαρνάβα και Σωφρώνιο κατά την ίδρυση της Σουμελά το 386 μ.Χ. Σε ανάμνηση αυτής της βοήθειας η Μονή Σουμελά έστελνε κάθε χρόνο προς ένδειξη ευγνωμοσύνης στη Μονή του Βαζελώνα 50 άσπρα, 12 οκάδες κερί και λάδι και κάθε εφτά χρόνια ένα μουλάρι. Η πρώτη μονή καταστράφηκε από τους Πέρσες στα τέλη του 6ου αιώνα αλλά αναγέρθηκε μεγαλύτερη και λαμπρότερη από το στρατηγό του Ιουστινιανού Βελισάριο. Η δαπάνη της ανέγερσης καλύφθηκε από το αυτοκρατορικό ταμείο ενώ ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε υπέρ της Μονής χρυσόβουλο με την οποία την ανακήρυξε Βασιλική. Η μονή ανοικοδομήθηκε, σε απόσταση μιας ώρας από την αρχική της θέση για να προστατεύεται καλύτερα από τις επιδρομές, στη θέση στην οποία βρίσκονται και σήμερα τα ερείπια της. Η μονή του Βαζελώνα κατά τα βυζαντινά χρόνια περνά μια περίοδο άνθησης, καθώς οι ίδιοι οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας την προστατεύουν και την ευεργετούν. Μάλιστα σώζονταν σε αντίγραφα του 17ου αιώνα τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, υπέρ της Μονής των Μεγάλων Κομνηνών Αλεξίου Γ΄ (1349-1390) και Μανουήλ Γ΄ (1390-1416/17). Το έτος 1719 η Μονή λεηλατήθηκε από ληστές, οι οποίοι απογύμνωσαν το πλούσιο Αρχειοφυλάκιο της. Κατά το τέλος του 17ου αιώνα η μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα περιήλθε σε οικονομική κρίση και κόντεψε να διαλυθεί. Η διάλυση της Μονής αποσοβήθηκε με την οικονομική υποστήριξη των τσάρων της Ρωσίας Πέτρου και Ιωάννου. Εξάλλου το 1816 εκδόθηκε ουκάζιο από τον τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο Α΄ υπέρ της Μονής με το οποίο δίνονταν ετήσια χορηγία στη μονή 50 ρούβλια. Στις αρχές του 19ου αιώνα η Μονή συνέχισε να έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω, κυρίως, της οικονομικής αφαίμαξης από τους Ντερεμπέηδες της περιοχής, αλλά και λόγω του λοιμού που κράτησε από το 1810 ως το 1812 και της πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή το 1811. Η Μονή συνέβαλε καταλυτικά στην εκπαίδευση των κατοίκων της εξαρχίας της με την ίδρυση στα 1872 Κεντρικής Αστικής Σχολής στο Χαμψίκιοϊ. Κατά τη διάρκεια της κατοχής της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, στα έτη 1916-18 η μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα, βρίσκονταν στην τουρκική πλευρά με συνέπεια να εκκενωθεί με τη βία και να γίνει έρμαιο της λεηλατικής μανίας των Τούρκων. Με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων επέστρεψαν σταδιακά και οι μοναχοί στη μονή, αλλά μόνο για λίγα χρόνια, αφού το 1923 ακολούθησαν την τραγική μοίρα του υπόλοιπου Ελληνισμού και πέρασαν στην Ελλάδα. Ο μοναχός Διονύσιος Αμαραντίδης κατά την έξοδο από τη Μονή διέσωσε και μετέφερε στην Ελλάδα, στη μονή της Αγίας Τριάδος στις Σέρρες, την εικόνα του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου. Το τριώροφο οικοδόμημα της Μονής, όπως φαίνονται και σήμερα τα ερείπια της, ήταν πρόσφατη κατασκευή τα θεμέλια της οποίας εγκαινιάστηκαν στις 14 Μαΐου 1900, ενώ κατά την εποχή που γράφει ο Πανάρετος Τοπαλίδης, δηλαδή το 1909, το εσωτερικό του οικοδομήματος δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία, με τις περίφημες τοιχογραφίες που σώζεται δίπλα στη Μονή χρονολογείται στον 17ο αιώνα, ενώ χρησίμευε και ως κοιμητήριο της Μονής. Στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν στη Μονή ένδεκα μοναχοί. Το 1970 με πρωτεργάτη τον Ευστάθιο Παναγιωτίδη ξαναχτίστηκε το μοναστήρι στο χωριό Άγιος Δημήτριος Κοζάνης.

Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος Φυτιάνων: Γυναικείο μοναστήρι στα Φυτίανα. Η μονή χτίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα από μοναχές που ήρθανε από τη γύρω περιοχή. Το 1710 με την οικονομική αρωγή του άρχοντα Στέφανου Βαρτιγιάν του Φυτιάνου, ξαναχτίστηκε μεγαλύτερος ο ναός της Μονής, που τιμόταν στη Γέννηση του Ιωάννου Προδρόμου. Το 1720 ιδρύθηκε στη Μονή Γραμματοδιδασκαλείο, στο οποίο φοίτησαν κατά καιρούς πολλοί μετέπειτα λόγιοι, τα ονόματα των οποίων ήταν καταγεγραμμένα στη Μονή. Στις αρχές του 20ου αιώνα ασκήτευαν στη Μονή τρεις μοναχές, εκ των οποίων η ηγουμένη ήταν ξαδέλφη του μητροπολίτη Αρκαδίας Χρύσανθου Ηλιάδη, με τη συνδρομή του οποίου αγοράστηκαν τα κτήματα τα οποία κατείχε η Μονή.   

Γεννήσεως Θεοτόκου Αμβρικάντων. Γυναικείο μοναστήρι στην ενορία Αμπρίκ της κωμόπολης Αμβρικάντων. Η μονή της Γεννήσεως της Θεοτόκου κτίστηκε το 1650 αρχικά στην τοποθεσία, όπου βρισκόταν μετά το τουρκικό χωριό Μοναστήρι. Στην τοποθεσία εκείνη βρίσκονταν, σύμφωνα με την παράδοση, την εποχή της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, δυο μεγάλα μοναστήρια, του Αγίου Πνεύματος και της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Μετά την άλωση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς τα μοναστήρια αυτά καταστράφηκαν και ανασυστήθηκαν ξανά το 1600. Καταστράφηκαν, όμως, και πάλι από ληστές με συνέπεια, σε αντικατάσταση των μονών αυτών να χτιστεί η μονή της Γεννήσεως της Θεοτόκου στην κώμη Αμβρικάντων. Η μονή που απολάμβανε της προστασίας της τιμαριωτικής οικογένειας της Χαλδίας, των Ουτζιτσόγλιδων, έφτασε σε μεγάλη ακμή. Λειτουργούσε εκεί από το 1885 δημοτική κεντρική Σχολή, όλων των γύρω ενοριών, όπου φοιτούσαν γύρω στους πενήντα μαθητές. Υπήρχαν δυο δάσκαλοι, ο ένας εκ των οποίων ήταν πάντα απόφοιτος του Φροντιστηρίου της Αργυρούπολης. Στις αρχές του 20ου αιώνα ασκήτευαν εκεί πέντε μοναχές.

Γεννήσεως Θεοτόκου Κρώμνης: Γυναικείο μοναστήρι που βρίσκονταν στην ενορία Σαμανάντων της Κρώμνης. Κτίστηκε το 1860 μετά την επίσημη φανέρωση των Κρυπτοχριστιανών Κρωμναίων το 1857 στη μονή Θεοσκεπάστου και την αναγνώριση τους από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο τον Ζ΄. Η μονή είχε και την επωνυμία Μικρέσσα Παναΐα εξαιτίας του μικρού μεγέθους του ναού της. Η μονή διέθετε πέντε ευρύχωρα δωμάτια, τα οποία το καλοκαίρι τα νοίκιαζε σε Τραπεζούντιους παραθεριστές. Επιπλέον, στη μονή αυτή στάθμευαν πολλοί Αργυροπολίτες, κατά τη διάρκεια της μετάβασης τους τον δεκαπενταύγουστο στην Παναγία Σουμελά για προσκύνημα. Στις αρχές του 20ου αιώνα ασκήτευαν στη Μονή πέντε μοναχές.

Ζωοδόχου Πηγής Καστρότειχου: Μικρό μοναστήρι στον Καστρότειχο της Κρώμνης. Αποτελεί τη συνέχεια της Μονής της Κοιμήσεως Θεοτόκου της Αληθινής Κρώμνης μετά την ερήμωση της και τη μεταφορά της το 1842 στον Καστρότειχο από τον ηγούμενο  Βαρνάβα. Μετά την μεταφορά της Μονής ήρθαν κοντά στο Βαρνάβα τρεις ασκητές. Ο ένας από αυτούς ο αρχιμανδρίτης Κύριλλος που κατάγονταν από την Αληθινή πραγματοποίησε πολλά ταξίδια με σκοπό τη συλλογή συνδρομών, τις οποίες διέθεσε υπέρ της ανέγερσης της μονής της Ζωοδόχου Πηγής. Μάλιστα έφερε στη Μονή πολλά κειμήλια μεταξύ των οποίων καμπάνες και άμφια από τη Ρωσία, ενώ ανήγειρε και ένα παρεκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα. Επίσης δυο ιδιώτες με τα ονόματα Ευστράτιος και Καισάριος, έκτισαν τρία παρεκκλήσια, τον όσιο Σάββα, τον άγιο Νικόλαο και ένα προς τιμή της Εγέρσεως του Λαζάρου. Φαίνεται ότι η Μονή μετά από κάποια χρόνια ερημώθηκε και η εκκλησία της Μονής μετατράπηκε σε παρεκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής, όπου κάθε Παρασκευή της Διακαινησίμου γινόταν πανηγύρι. Ο Αθανάσιος Παρχαρίδης στη μονογραφία του για την Κρώμνη αναφέρει τους εξής ηγουμένους της Μονής: α)Βαρνάβας, β) Κύριλλος και γ) Θεόκλητος, από την ενορία Τσαχματάντων. Ο Θεόκλητος ήταν κοσμικός ιερέας και ονομάζονταν Θεόδωρος Ιωακειμίδης, ενώ πέθανε το 1868 και ήταν ο τελευταίος καλόγερος των Μονών της Κρώμνης. Μέσα στον 19ο αιώνα εγκαταστάθηκε εκεί το Σχολείο των τεσσάρων ενοριών Μόχωρας, Αληθινού, Σαράντων και Τσαχματάντων. Το Σχολείο αυτό λειτούργησε μέχρι το 1921-22 με τελευταίο δάσκαλο τον Γεώργιο Δαμασκηνό. Τα λίγα ιστορικά στοιχεία για τη συγκεκριμένη Μονή, πληροφορούμαστε από το Κώδικα της Μονής που διασώζεται στην Εστία Νέας Σμύρνης. Συγγραφέας του Κώδικα αναφέρεται κάποιος Μιχαήλ Καρτσαλίδης, άγνωστο αν πρόκειται για λαϊκό ή μοναχό. Ενδιαφέρον προκαλούν κάποιες δυσανάγνωστες σημειώσεις του Κώδικα, γραμμένες από τον ηγούμενο της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής Διόδωρο, ο οποίος δυσανασχετεί κατά κάποιου Παπαπέτρου κοσμικού ιερέα, που ενώ πήγε στη Βουλγαρία για να συλλέξει συνδρομές υπέρ της Μονής καταχράστηκε όλα τα συγκεντρωθέντα χρήματα. Το ενδιαφέρον εκτός των άλλων στοιχείων που παρατίθενται είναι πως ο τόπος συγκέντρωσης συνδρομών είναι η Βουλγαρία, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για τις Μονές του Πόντου, οι οποίες συνήθως έστελναν τους μοναχούς τους στις περιοχές της Ρωσίας. 

Παναγία Αληθινού: Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που βρίσκονταν στην ενορία Αληθινή της Κρώμνης. Από τον Κώδικα της Μονής που σώζεται στη βιβλιοθήκη της Εστίας Νέας Σμύρνης πληροφορούμαστε ότι η μονή θεμελιώθηκε από κάποιον Ιορδάνη Ουστάμπαση Κερδεμελή, ο οποίος κατάγονταν από το χωριό Αληθινή. Ο ίδιος, όμως, δεν πρόλαβε να τελειώσει το έργο γιατί πέθανε στην Κωνσταντινούπολη. Τότε οι κάτοικοι της ενορίας Αληθινή ζήτησαν τη συνδρομή του αρχιερέα, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται. Ο αρχιερέας ζήτησε από υποψήφιους μοναχούς σε άλλα μοναστήρια της περιοχής να έρθουν και να μονάσουν στη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ήρθαν λοιπόν τρεις ασκητές, ο Γρηγόριος από τα Ζεμπερέκια, ο Άνθιμος από την Σιαμανάντη και ο Σεραφείμ από την Αληθινή, και τελείωσαν το χτίσιμο της Μονής στα 1690, χρονιά η οποία θεωρείται το επίσημο έτος θεμελίωσης της Μονής. Μετά το θάνατο των τριών πρώτων αναχωρητών της Μονής, ήλθαν άλλοι τέσσερις από την Ίμερα, ο Χαρίτος, ο Ανανίας και δυο με το όνομα Γερβάσιος. Αυτοί με τη συνδρομή των προσκυνητών αγόρασαν ιερά άμφια, εικόνες και άλλα κειμήλια για τη Μονή. Έπειτα από αυτούς γνωρίζουμε άλλους τρεις μοναχούς, τον Καλλίνικο από την Σαμανάτη, τον Βαρνάβα από την Αληθινή και τον Τιμόθεο από την Ίμερα, οι οποίοι έχτισαν διάφορα κτίσματα στη Μονή και διαμόρφωσαν τη γύρω περιοχή. Ο δε Βαρνάβας έκτισε δυο παρεκκλήσια, το ένα προς τιμή της Αγίας Μαρίνας και το άλλο της Παναγίας. Μεταξύ, όμως, των τριών αυτών μοναχών μπήκαν διχόνοιες με συνέπεια να διασκορπιστούν και να μείνει στη Μονή μόνο ο Βαρνάβας. Ο Βαρνάβας με κοινή γνώμη του αρχιερέα και με πατριαρχική άδεια μετατόπισε τη μονή της Κοιμήσεως Θεοτόκου στον Καστρότειχο και τη μετονόμασε προς τιμή της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Αθανάσιος Παρχαρίδης σημειώνει ως τελευταίο ηγούμενο τον Καλλίνικο, ενώ αναφέρει ότι τους μοναχούς της Μονής έδιωξαν οι κάτοικοι της ενορίας Αληθινής και η Μονή καταλύθηκε από τον μητροπολίτη Διονύσιο το 1855. Πάντως συμφωνεί ότι ο Βαρνάβας ανήγειρε τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής στην οποία κατέφυγε έπειτα και ο Καλλίνικος. Έτσι ή αλλιώς με την πράξη αυτή τελειώνει η ιστορία της Μονής της Παναγίας Αληθινής που συνεχίζει πλέον ως Ζωοδόχος Πηγή Καστρότειχου. (Βλ. και το λήμμα Ζωοδόχος Πηγή Καστρότειχου).

Παναγία Γαράσαρης: Ο Ιωάννης ο Ησυχαστής που γεννήθηκε το 454 στη Νικόπολη ανήγειρε τη Μονή ανάμεσα στα έτη 475-480. Μόνασε στη Μονή με άλλους δέκα μοναχούς επί πέντε χρόνια ως το 482, οπότε χειροτονήθηκε Επίσκοπος Νικοπόλεως. Στα επόμενα χρόνια οι πληροφορίες που υπάρχουν για τη Μονή είναι ελάχιστες. Γνωρίζουμε ότι το 1815, ο από το 1807 ιερομόναχος της Μονής Ιωαννίκιος Θωμαΐδης συμπλήρωσε το οικοδόμημα της Μονής και έκτοτε διετέλεσε ηγούμενος της. Οι κάτοικοι του χωριού Καγιά-Τιπι πρόσφεραν στη Μονή πέντε χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών, ενώ άλλα πέντε χιλιάδες στρέμματα πρόσφερε ο τσιφλικάς της περιοχής Μπεκτές μπέης, ο οποίος σώθηκε από καταδικαστική απόφαση χάρη στη μεσολάβηση προς το Πατριαρχείο του ηγουμένου Ιωαννίκιου. Η Μονή είχε τρεις ορόφους και στον τελευταίο βρίσκονταν χτισμένος ο ναός βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, ενώ υπήρχε και παρεκκλήσι προς τιμή της Αγίας Άννας. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών ο ηγούμενος της Μονής Ηλίας Παπαδόπουλος φρόντισε και μετέφερε τα ιερά κειμήλια στην Καβάλα, στον συνοικισμό της Κηπούπολης στην εκκλησία της Παναγούδας που ανήγειρε ο ίδιος το 1926. Η Μονή καταστράφηκε από τους Τούρκους και μεταβλήθηκε σε σωρό ερειπίων.

Η Παναγία Σουμελά είναι το πιο ξακουστό μοναστήρι του Πόντου και βρίσκεται χτισμένο στο όρος Μελά, 40 χλμ. νότια της Τραπεζούντας και νοτιοανατολικά του Δικαίσιμου (Τζεβισλίκ). Χτίστηκε σύμφωνα με την παράδοση το 386 μ.Χ. από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο. Η εικόνα της Παναγίας αποδίδεται στον ευαγγελιστή Λουκά. Στα εγκαίνια του ναού της μονής παρευρέθηκε ο επίσκοπος της Τραπεζούντας και ο διοικητής της περιοχής Αυγουστάλιος Κορτίκιος. Κατά καιρούς η Μονή υπέστη βαρβαρικές επιδρομές που οδήγησαν και σε ερημώσεις  της. Μια από αυτές ήταν και στα τέλη του 6ου αιώνα αλλά το 644μ.Χ. επανιδρύθηκε από τον Χριστόφορο, αγράμματο χωρικό από το χωριό Γαζαρή. Την περίοδο της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών η μονή γνώρισε μεγάλη αίγλη και της χορηγήθηκαν σημαντικά προνόμια. Χρυσόβουλα υπέρ της μονής εξέδωσαν οι αυτοκράτορες Ιωάννης (1280-1284/85, 1285-1297), ο Αλέξιος Β΄ (1297-1330)  και ιδιαίτερα ο Αλέξίος Γ΄ (1349-1390). Οι αυτοκράτορες παραχώρησαν στη μονή τα εισοδήματα από τα γύρω χωριά και όρισαν σαράντα φρουρούς, τους πάροικους, για την προστασία της. Ο Αλέξιος ο Γ΄ μάλιστα ανακαίνισε τη μονή και σχετική επιγραφή, σώζονταν ως το 1650 στην θύρα του ναού. Επιπλέον, ο Μανουήλ Γ΄ (1390-1416/17) αφιέρωσε το 1390 στη Μονή ένα κομμάτι από το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού του Χριστού. Τα προνόμια των Μεγάλων Κομνηνών επικυρώθηκαν και αυξήθηκαν και στην Οθωμανοκρατία από τους σουλτάνους, ενώ τη Μονή ευεργέτησαν και οι ηγεμόνες των Παραδουνάβιων ηγεμονιών. Η Μονή αποτέλεσε το θρησκευτικό, εκπαιδευτικό και εθνικό κέντρο της περιοχής, προστατεύοντας και διασώζοντας τον ελληνικό πληθυσμό από τις διώξεις των Οθωμανών και μετέπειτα των Νεοτούρκων. Το τετραώροφο κτίριο, έτσι όπως φαίνεται μέχρι σήμερα θεμελιώθηκε το 1860. Περιγραφικό κατάλογο των χειρογράφων της Μονής συνέταξε το 1884 ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος-Κεραμέας, ο οποίος δημοσιεύτηκε ως παράρτημα στο έργο του Επαμεινώνδα Κυριακίδη για την ιστορία της Μονής το 1898. Κατά την έξωση των μοναχών από τη Μονή το 1923, τα περισσότερα κειμήλια και χειρόγραφα της Μονής αρπάχτηκαν από τους Τούρκους. Οι μοναχοί κατάφεραν και έκρυψαν τα σημαντικότερα κειμήλια στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας. Το 1931 με τη μεσολάβηση του Ελευθέριου Βενιζέλου στον τότε Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού στάλθηκε στον Πόντο και μετέφερε στην Ελλάδα τα κειμήλια αυτά ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Σουμελιώτης. Πρόκειται για την εικόνα της Παναγίας την οποία φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, το Τίμιο Ξύλο που δώρισε στη Μονή ο Μανουήλ Γ΄ Μ. Κ. και η στάχωση του Ευαγγελίου του αγίου Χριστόφορου.

Το 1951 με πρωτοβουλία του Φίλωνα Κτενίδη η Μονή της Παναγίας Σουμελά ξαναχτίστηκε στην Καστανία Ημαθίας. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 8-6-1952. Το ίδιο έτος παραχωρήθηκαν και τα κειμήλια της Σουμελά, τα οποία με τον ερχομό τους στην Ελλάδα είχαν αποθησαυριστεί στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

Φωτογραφίες από διάφορες εμφανίσεις μπορείτε να δείτε στη gallery της σελίδας .


O καιρός σήμερα




  • pic2
  • pic3