Untitled 1

Ιστορικό του χωριού

Σουλελέρ – Σαριχανλάρ – Σαρανλάρ – Σεραλάρ – Αλωνάκια.

Το χωριό μας βρίσκεται σε υψόμετρο 710 μ. και σε απόσταση 14 χιλ. από την Κοζάνη και συνδέεται στον οδικό άξονα Κοζάνης – Καστοριάς με κάθετη οδό ενός χιλιομέτρου. Είναι ένα από τα χωριά της περιοχής των Καραγιαννίων.

Τα υπόλοιπα είναι :
Η Μεταμόρφωση (Ντραβουντάνιστα)
Η Ξηρολίμνη (Σαχινλάρ ή Σαϊλέρ)
Η Σκήτη (Ντετελέρ ή Τετελέρ) και ο οικισμός Κοκκιναράς (Κιρμιζίκιοϊ)
Ο Ανθότοπος (Καρπουτσιλάρ) και ο οικισμός Κηπάρι (Παξελόβασι).

Κατά τον Τούρκο περιηγητή – ιστορικό αλλά και φοροεισπράκτορα Εβλιγιά Τσελεμπή, κατά την περιοδεία του στην περιοχή γύρω στα 1661-1669 για να μαζέψει τον φόρο για την "αξία των ζωοτροφών" από τους Τούρκους υπηκόους για λογαριασμό του Τούρκου εκπροσώπου της κεντρικής εξουσίας, πέρασε και από το χωριό μας, που είχε τότε την ονομασία Σουλελέρ, και περιγράφει : "Καθαρά Τούρκικο χωριό με Τούρκους κατοίκους με την ονομασία Γιουρούκοι". Οι Γιουρούκοι ήταν λαός της Βιθυνίας, εξισλαμισθέντες και εκτουρκισθέντες μετά την κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς Τούρκους. Αριθμούσαν περί τους 1.500.000 με φυλές Ταχτατζήδες, Τσεπνήδες και Τσομακλήδες.

Αυτοί πρωτοεγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή μετά τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου περι τα 1389. Υπηρετούσαν σ’ ένα βοηθητικό σώμα, στο οποίο με τα βουβάλια (βόδια) τους μετέφεραν τα πολυβόλα του Τουρκικού στρατού. Ήταν οργανωμένοι σε ομάδες από 20 έως 30 άτομα, από τα οποία ένας ανά ομάδα έπαιρνε μέρος στις διάφορες εκστρατίες ενώ οι υπόλοιποι συνεισέφεραν στα έξοδα εξοπλισμού και εκστρατείας του. Υποχρέωσή τους ήταν και ο καθαρισμός δρόμων, η επισκευή γεφυριών και γενικά κοινές χειρονακτικές εργασίες. Οι γυναίκες τους, λέει, φορούσαν καπέλα, μυτερά σαν σκούφο, φτιαγμένα από τσόχα με κυματιστά χρώματα. Ήταν τρομερές και γελοίες γυναίκες με ανοιχτό πρόσωπο και ακατάστατα μαλλιά. "Εβρυχούνταν σαν λιοντάρια" λέει ο Εβλιγιά και συμπληρώνει "Μάρτυς μου ο Θεός ήταν κατώτερης φυλής αυτοί οι Γιουρούκοι".

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ σπάνια καταφέρεται εναντίον των ομοθρήσκων του, φαίνεται ότι οι Γιουρούκοι της περιοχής μας του προξένησαν ιδιαίτερα άσχημη εντύπωση, γι’ αυτό και τους χαρακτηρίζει Γιούρκους σε αντιδιαστολή με τους Μουσουλμάνους. Έτσι πιθανόν να εξηγείται και η κακή ποιότητα των σπιτιών του χωριού μας (κατώτερα του μετρίου) που εγκατέλειψαν κατά την ανταλλαγή. Η ίδια κατάσταση υπήρχε και στην γύρω περιοχή και φαίνεται ότι είχε ιδιαίτερα φτωχούς κατοίκους.

Την σημερινή πόλη της Κοζάνης δεν την αναφέρει ούτε σαν χωριό ο Εβλιγιά. Τότε η ευρύτερη περιοχή ήταν καλυμμένη από πυκνά δάση δρυός. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Ηπειρώτες κτηνοτρόφοι που ζούσαν διάσπαρτα εντός του δάσους, με αρχηγό τον Παπαγκίκα. Δεν αποτέλεσαν οργανωμένη κοινότητα αλλά οικογενειακή εγκατάσταση. Το 1670 εγκαταστάθηκε στην σημερινή πόλη της Κοζάνης ο μεγαλοκτηνοτρόφος Ιωάννης Τράντας με 120 οικογένειες από το Κτένι και έτσι άρχισε να δημιουργείται ο πρώτος συγκροτημένος οικισμός με την ονομασία Κόζδιανη.

Από τα χωριά των Καραγιαννίων μόνο η Μεταμόρφωση (Ντραβουντάνιστα) είχε ελληνικό πληθυσμό και σύμφωνα με την απογραφή του 1905 αριθμούσε 225 κατοίκους. Τα Αλωνάκια φαίνεται να έχουν μόνο Τούρκους κατοίκους, 600 τον αριθμό. Στην ίδια απογραφή η πόλη της Κοζάνης φαίνεται να έχει 12.000 ελληνόφωνους και 350 Σλαβόφωνους, χωρίς καθόλου Τούρκους. Ενώ ήταν έδρα της διοίκησης των Τουρκικών αρχών δεν είχε ούτε τζαμί και οι Μωαμεθανοί της πόλης (υπάλληλοι, αστυνομικοί, στρατιωτικοί) πήγαιναν στο χωριό Λευκόβρυση (Ακ Μπουνάρ) για να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Η απελευθέρωση της Κοζάνης έγινε στις 11 Οκτωβρίου 1912. Όπως και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας η απελευθέρωση έγινε χωρίς την αντίσταση των Τούρκων.

Ο Ελληνικός στρατός εκινείτο γρήγορα επιδιώκοντας την κατάληψη του Μοναστηριού. Επειδή όμως παράλληλα και ο Βουλγαρικός στρατός εκινείτο προς τη Θεσσαλονίκη και οι καταλαμβανόμενες πόλεις θα περιέρχονταν στον απελευθερωτή, με εντολή του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο αρχηγός του Ελληνικού στρατού Βασιλεύς Γεώργιος εστράφη προς την Θεσσαλονίκη, στην οποία και εισήλθε ως απελευθερωτής.

Η πόλη της Κοζάνης, μετά την προέλαση του Ελληνικού στρατού και ύστερα από την οπισθοχώρηση της Ε΄Μεραρχίας στο Σόροβιτς (σημερινό Αμύνταιο), κινδύνεψε να ανακαταληφθεί από τους Τούρκους των Καραγιαννίων. Χρειάσθηκε να εκκενωθεί η πόλη από τα γυναικόπαιδα, που φιλοξενήθηκαν στο Βελβενδό και σε άλλα χριστιανικά χωριά, για να αμυνθεί ο ανδρικός πληθυσμός της. Μαζί τους αγωνίστηκαν και απέτρεψαν την κατάληψη της πόλης και 300 εθελοντές Κρητικοί με αρχηγό το γιατρό Μιχαήλ Αναστασάκη. Η γραμμή άμυνας είχε στηθεί στα χωριά Κοίλα, Σκαφίδι και Μελίσσια. Για μερικά χρόνια μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και έως το 1923-24 με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών οι Τούρκοι παρέμεναν στην Ελλάδα χωρίς να τους πειράξει κανένας.

Όταν ήρθαν οι δικοί μας πρόσφυγες από την Μικρασία και τον Πόντο, από το Σεραλάρ οι Τούρκοι δεν είχαν φύγει ακόμα. Έφευγαν ομάδες ομάδες και αντίστοιχα όταν φτάνανε τα μπουλούκια των προσφύγων, αφού τους συγκέντρωναν στο παλιό σχολείο, πάνω από το σημερινό σπίτι του Καλογερίδη, και μετά τους μοίραζαν ανά ομάδες στα άδεια σπίτια. Σε κάθε σπίτι που άδειαζε ο Εποικισμός εγκαθιστούσε μία ή πολλές φορές και δύο οικογένειες προσφύγων, ανάλογα με τον αριθμό των μελών τους (Στο σπίτι του Σπυριδωνίδη Γεωργίου του Ευσταθίου "Πακιρτζή" για δύο χρόνια έμενε και η οικογένεια του Λαζαρίδη Παύλου του Νικολάου "Παυλάντ" μέχρι να τους δωθεί δικό τους).

Στη θέση που είναι σήμερα χτισμένη η εκκλησία της Αγίας Τριάδας υπήρχε το τζαμί των Τούρκων ενώ το προαύλιο το χρησημοποιούσαν και για νεκροταφείο. Το κανονικό τους νεκροταφείο ήταν δεξιά και αριστερά του δρόμου για Σιάτιστα ( από το Τσιμέν μέχρι του Λαζαρίδη ) επειδή τα χώματα εκεί ήταν πιο αμουδερά.

Δείτε εδώ το αρχείο διανομής του αργοκτήματος του χωριού

Οι περισσότεροι πρόσφυγες που ήρθαν στο χωριό κατάγονταν από την περιοχή της Ματσούκας (Τσεβιζλούκ) της Περιφέρειας Τραπεζούντας του Πόντου. Τα χωριά καταγωγής ήταν : Άγουρσα (40 οικογένειες), Καπίκιοϊ (37 οικογένειες), Κουνάκα (5 οικογένειες), Λαραχανή (2 οικογένειες) και Γιαννάντων (2 οικογένειες). Επίσης ήρθαν πρόσφυγες από τα Μικρασιατικά παράλια και συγκεκριμένα από : Γιαλετζίκ (16 οικογένειες) και Σουσουρλού (1 οικογένεια).

Δείτε εδώ το αρχείο καταγραφής των οικογενειών των προσφύγων

Κάποιες από τις οικογένειες που αναφέρονται παραπάνω δεν ήρθαν κατευθείαν στα Αλωνάκια για εγκατάσταση (οι Λαζαρίδης Ιωάννης του Χαραλάμπου, Καθαρόπουλος Ελευθέριος του Γεωργίου και Αντωνιάδης Γρηγόριος του Μιλτιάδη πήγαν πρώτα στην Καβάλα και μετά ήρθαν στο χωριό). Από τα μητρώα της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων φαίνεται ότι στο χωριό ήρθαν και κάποιες οικογένειες Θρακιωτών, οι οποίες όμως στη συνέχεια έφυγαν.

Από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους άρχισαν να οργανώνονται σαν κοινωνία προσπαθώντας να καλύψουν τις ανάγκες τους. Έτσι σαν εκκλησία, μέχρι να κτιστεί ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου, χρησημοποιούσαν ένα μικρό δωμάτιο πίσω από το σπίτι και το οικόπεδο του Νταϊάνογλου Ευστρατίου. Αργότερα αυτό το πήρε ο γιος του Πέτρος και τώρα υπάρχει το σπίτι του γιου του Ταγιάνογλου Γεωργίου. Να αναφέρουμε ότι πρώτος ιερέας στο χωριό ήταν ο παπα-Χαράλαμπος Καλογερίδης του Δημητρίου από την Άγουρσα. Ο παπα-Ευστάθιος Παπαδόπουλος του Ιωάννη από την Κοντού του Καπίκιοϊ λειτουργούσε στο Πρωτοχώρι (Πορτοράζ) πηγαινοερχόμενος με τα πόδια από τον βατό δρόμο αριστερά της Μεταμόρφωσης (πίσω από το κτήμα του "Αμερικάνου" – σημερινή ιδιοκτησία του γιατρού νευροχειρούργου Αντωνιάδη Χρήστου από την Ξηρολίμνη)ενώ ο παπα-Χαράλαμπος Καλλιανίδης από την Κουνάκα λειτουργούσε στην Ξηρολίμνη (Σιαϊλέρ).

Χρέη αγροφύλακα εκτελούσε ο Τριανταφυλλίδης Γεώργιος του Ιωάννη από την Άγουρσα. Πρώτος δάσκαλος στο χωριό ήτανε ο Ανηφορέτες Γερασιμίδης παρόλο που υπήρχε ο Ζαχαριάδης Αναστάσιος του Ιωάννη από την Άγουρσα , ο οποίος ήταν δάσκαλος στο χωριό Έντιμα του Καπίκιοϊ στον Πόντο. Πρόεδρος στο χωριό έκανε ο Σοφιανίδης Λάζαρος του Κωνσταντίνου από την Κοντού του Καπίκιοϊ. Για τις ανάγκες των προσφύγων η Επιτροπό Αποκατάστασης Προσφύγων προχώρησε στη διανομή του αγροκτήματος Αλωνακίων.

Μετά την αναμόρφωση της οριστικής διανομής αυτή έχει ως εξής : Αφού εξασφάλισαν τη διαμονή τους, με τη βοήθεια της Ε.Α.Π. που τους παρέσχε τα αναγκαία εφόδια, έβαλαν τις βάσεις για τη νέα τους ζωή. Λαός εργατικός, φιλόνομος και υπομονετικός στην κλειστή κοινωνία τους ασχολήθηκαν και μόχθησαν για την επιβίωση και την πρόοδό τους. Η κοινωνική αφομοίωσή τους δεν αποδείχθηκε εύκολη, καθώς η βαθιά αντίθεση μεταξύ γηγενών κατοίκων και προσφύγων εμφανιζόταν σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Δείτε εδώ το αρχείο καταγραφής των κλήρων που δόθηκαν από την Ε.Α.Π

Η παρουσία των προσφύγων οδήγησε σε σκληρό ανταγωνισμό με τους αυτόχθονες στην αγορά εργασίας, στην προσπάθεια για απόκτηση γης αλλά και σε όλη την κλίμακα των επιχειρηματικών και κοινωνικοπολιτικών δραστηριοτήτων. Τα επίθετα "πρόσφυγας", "τουρκόσπορος" και άλλα προσέλαβαν την πιο υποτιμητική και περιφρονητική σημασία. Στα δύσκολα αυτά χρόνια της νέας τους εγκατάστασης ακόμα και αυτή η ελληνικότητα των προσφύγων αμφισβητήθηκε από τους γηγενείς.

Η τραυματική εμπειρία του ξεριζωμού, η αβεβαιότητα της επιβίωσης, το όνειρο της επιστροφής στον χαμένο παράδεισο της ‘’πατρίδας’’ λειτούργησαν ως τροχοπέδη στην άμεση ενσωμάτωσή τους στην Ελληνική κοινωνία. Κάτω από τις συνθήκες αυτές η οχύρωση και διαφύλαξη των πολιτιστικών και ηθικών στοιχείων της προσφυγικής παράδοσης ήταν πολλή έντονη. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια και η καταλυτική επίδραση των γεγονότων της δεκαετίας του 1940 για να σβηστεί η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των γηγενών και των προσφύγων.

Σήμερα εκτιμούμε ότι οι πρόσφυγες αφομοιώνονται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς στην Ελληνική πραγματικότητα. Ακόμη και στα μικρότερα προσφυγικά χωριά έχει εκλείψει ο κατά αποκλειστικότητα γάμος μεταξύ προσφύγων. Παραμένουν σε αρκετά όμως στοιχεία πολιτιστικού περιεχομένου, τα μουχαπέτια, τα παρακάθια, η εθελοντική βοήθεια και συνεισφορά εργασίας υπέρ των αδυνάτων συγχωριανών, η ιστορική μνήμη, η γλώσσα, η διατροφή, η μουσική και το τραγούδι, ο χορός και πολλά άλλα.

Η καταγραφή, διάσωση, προβολή καθώς και η μετάδοσή τους στις γενιές που ακολουθούν γίνεται μέσα από την λειτουργία των Μορφωτικών και Πολιτιστικών Συλλόγων των χωριών, που προσπαθούν να αναπληρώσουν το κενό της φυσικής παρουσίας των ανθρώπων της πρώτης γενιάς Προσφύγων.

Τα στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω είναι μια εργασία του Σπυριδωνίδη Νικολάου του Ηλία, απογόνου του Σπυριδωνίδη Γεωργίου του Ευσταθίου "Παρκιτσής" από το Καπίκιοϊ και συμπληρώθηκαν με τη βοήθεια του Λαζαρίδη Ευσταθίου του Θεοδώρου, απογόνου του Λαζαρίδη Παύλου του Νικολάου "Παύλονος" από την ενορία Κοντού του Καπίκιοϊ.

Τους ευχαριστούμε για την προσφορά τους στη δημιουργία της βάσης πάνω στην οποία ευελπιστούμε να αποτυπώσουμε την ιστορία του χωριού και των ανθρώπων του. Τα ανωτέρω στοιχεία πάρθηκαν από τα αντίστοιχα Πρωτόκολλα Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων. Ίσως να υπάρχουν διαφορές ως προς τον τόπο καταγωγής, γιατί δηλωνόταν ως τέτοιος πολλές φορές το γενικότερο όνομα του χωριού και όχι η ενορία ή ο συνοικισμός, ή ως προς κάποια στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται.

Παρακαλούμε τους χωριανούς να μας τα επισημάνουν, μέσω επικοινωνίας, για να διορθωθούν. Επίσης ζητάμε και την παροχή επιπλέον στοιχείων ώστε να συμπληρωθούν κενά και παραλήψεις και να έχουμε την όσο το δυνατόν καλύτερη και πληρέστερη αρχειακή καταγραφή της ιστορίας του χωριού.


O καιρός σήμερα




  • pic2
  • pic3