Untitled 1
Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά – Φώτα.

Παραμονή Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και ανήμερα των Φώτων παιδιά του χωριού ψέλνουν παραδοσιακά κάλαντα στα σπίτια και για ανταμοιβή δεν έπαιρναν χρήματα όπως τώρα, αλλά γλυκίσματα, φρούτα και ξηρούς καρπούς.

Ένα έθιμο του Δωδεκαημέρου ήταν οι Μωμόγεροι ή τα Μωμοέρια. Παλαιότερα γίνονταν και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, αλλά τα Φώτα ανάλογα με το πώς ήταν βολικό κάθε φορά.
Τα τελευταία 20 χρόνια όμως το δρώμενο αναβιώνει παραμονή και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, σε όλο το χωριό. Από σπίτι σε σπίτι με τη συμμετοχή όλων των χωριανών αλλά και ξένων επισκεπτών με γλέντι, ποτό και πολύ φαγοπότι.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες σε όλα τα σπίτια ζύμωναν και ετοίμαζαν τα τρυγώνια και τα λαβάσια. Συνήθως είχαν μέσα τυρί ή μυζήθρα ενώ σε κάποια λαβάσια βάζανε «τζίντζια» (χοιρινό κρέας με λίπος) ή «χαψία» (σαρδέλες), τα γνωστά τζιντζολάβασα ή χαψολάβασα.

Το βράδυ της παραμονής μαζεύονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι για να κόψουν την πρωτοχρονιάτικη πίτα. Ο νοικοκύρης αφού έριχνε σταυρωτά στις τέσσερις γωνίες του δωματίου ξηρούς καρπούς, σταύρωνε την πίτα τρεις φορές και μετά την έκοβε σε κομμάτια. Πρώτα έβγαζε το κομμάτι του Χριστού, μετά του σπιτιού και στη συνέχεια για τα μέλη της οικογένειας με τη σειρά. Στο τραπέζι εκτός από την πίτα υπήρχαν τα τρυγώνια, τα λαβάσια, οι σαρμάδες, χοιρινό, το χοσιαφ, κρασί και τσίπουρο. Το τραπέζι έμενε στρωμένο όλο το βράδυ. Μετά το κόψιμο της πίτας και το φαγητό μικροί και μεγάλοι συνήθιζαν, σε μικρές ομάδες, να επισκέπτονταν σπίτια και ανοίγοντας την εξωτερική πόρτα του σπιτιού πετούσαν μέσα ένα δισάκι, που ήταν δεμένο σε σχοινί περίπου 4 μέτρων, φώναζαν «σύρωμε κωδών».
Έκλειναν την πόρτα και ο νοικοκύρης του σπιτιού ήταν υποχρεωμένος να βάλει στο δισάκι δώρα, όπως φρούτα, ξηρούς καρπούς ή γλυκίσματα.
Κάποιες φορές όμως, για να γίνει καλαμπούρι, τους έβαζε στο δισάκι κάρβουνα ή και τη γάτα του σπιτιού, οπότε όταν τα παιδιά μαζεύανε το δισάκι τραβώντας το έξω απογοητευόταν ή τρόμαζαν από την γάτα που πηδούσε έξω από αυτό, κάνοντας τους υπολοίπους να ξεσπούν σε γέλια.
Μετά επέστρεφαν στα σπίτια τους και μασκαρεύονταν ντυμένοι με αλλοπρόσαλλα ρούχα. Βγαίνανε ξανά στα σπίτια του χωριού και όπου εύρισκαν φως χτυπούσαν την πόρτα. Οι νοικοκυραίοι πάνω στο κέρασμα και την κουβέντα προσπαθούσαν να τους αναγνωρίσουν για να φανερωθούν και να ανταλλάξουν ευχές για τον καινούργιο χρόνο.

Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς το πρωί, προτού να ξημερώσει, οι γυναίκες από κάθε σπίτι πήγαιναν στην κεντρική βρύση του χωριού και έπαιρναν το πρώτο για το νέο χρόνο νερό, «το καλαντόνερον». Φτάνοντας στη βρύση έριχναν στο νερό ξηρούς καρπούς και φρούτα΄, ως προσφορά για το καλό του νέου χρόνου και μετά έπαιρναν «το καλαντόνερον». Στη συνέχεια επέστρεφαν στο σπίτι, αμίλητες και χωρίς να κοιτάξουν πίσω, ενώ φτάνοντας στο σπίτι, έπιναν από αυτό, πότιζαν τα ζωντανά τους, και έριχναν στους κήπους και τα χωράφια τους.Επίσης το έβαζαν στο ζύμωμα του πρώτου για τη νέα χρονιά ψωμιού.

Την παραμονή των Φώτων το πρωί πήγαιναν στην εκκλησία για τον πρώτο αγιασμό. Αυτός δεν κρατιότανε, δεν τον κρατούσανε κατά τη διάρκεια του χρόνου. Ήτανε για να ευλογήσουν τα ζωντανά τους, τα χωράφια και το σπίτι τους. Το βράδυ της Παραμονής των Φώτων γινόταν το έθιμο των κεριών. Πριν το βραδινό τραπέζι, που ήταν νηστίσιμο, σε ένα μεγάλο ταψί γεμάτο σιτάρι όλα τα μέλη της οικογένειας ονομάτιζαν και άναβαν κεριά «για τ’ αποθαμέντς», για πεθαμένους συγγενείς και φίλους. Στη συνέχεια έτρωγαν τα μανάτια (βραστή γλυκιά κολοκύθα), τα μαύρα τα φασούλια και τα μαύρα λάχανα αλάδωτα, και το χοσιάφ (γλυκιά σούπα με φρέσκα και αποξηραμένα φρούτα).
Το τραπέζι παρέμενε όλο το βράδυ στρωμένο για να «τρώγνε οι αποθαμέν» όπως έλεγαν ενώ στο κέντρο του τοποθετούσαν μία φέτα ψωμί με τέσσερα κεριά αναμμένα σε σχήμα σταυρού.
Μετά το δείπνο αυτό, κυρίως τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι, φορούσαν ότι εύρησκαν και ντυμένοι καρναβάλια γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού. Οι οικοδεσπότες προσπαθούσαν να τους αναγνωρίσουν κερνώντας τους γλυκά, ξηρούς καρπούς, φρούτα, κρασί και τσίπουρο μέσα σε κλίμα χαράς και γέλιου.

Το πρωί των Φώτων πήγαιναν όλοι στην εκκλησία, με το σιτάρι από το βραδινό τραπέζι, για να παρακολουθήσουν την λειτουργία και να αγιασθούν. Μετά έπαιρναν το δεύτερο αγιασμό και επέστρεφαν στο σπίτι, Από αυτό πίναν όλοι από τρεις γουλιές και τον υπόλοιπο τον κρατούσαν, συνήθως στο εικονοστάσι,καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου. Από αυτόν έπιναν τρεις γουλιές όταν παρουσιαζόταν κάποια ασθένεια ή όταν για κάποιο λόγο κάποιος περνούσε μια μεγάλη τρομάρα. Έτσι έδιωχνε το κακό, σε όλες του τις μορφές, και προστατευόταν από τον αγιασμό.

Οι ονομαστικές γιορτές, «τα ονομασέας», γιορτάζονταν στα σπίτια τα βράδια με ομάδες συνομήλικων να επισκέπτονται με την συνοδεία λύρας τον εορτάζοντα για τις ευχές. Τους κερνούσαν τσίπουρο και κρασί ενώ υπήρχαν διάφοροι μεζέδες συνοδευόμενοι από «τουρσία», λαχανικά (λάχανο-φασολάκια-ντομάτες-μελιντζάνες) σε αρμιά, και «χαψία», παστά ψάρια.
Ως συνήθως «τα ονομασέας» τελείωναν το ξημέρωμα ενώ δεν έλειπαν και αυτές που συνεχιζόταν και την επομένη.

Τα μουχαπέτια ήταν γλέντια που στήνονταν σε σπίτια και καφενεία καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ‘’δια ασήμαντων αφορμή’’. Χρειαζόταν μόνο η διάθεση των συμμετεχόντων και η ύπαρξη συνήθως λύρας. Η παρέα μεγάλωνε γρήγορα και η διάρκειά του ήταν απροσδιόριστη, σε ορισμένες και εξαιρετικές περιπτώσεις έφτανε και τις τρεις μέρες.


O καιρός σήμερα




  • pic2
  • pic3